σκάρτος

επίθετο

1. Που παρουσιάζει ελαττώματα ή φθορά και δεν λειτουργεί σωστά ή είναι ακατάλληλο για την προτεινόμενη χρήση.

2. Που δεν πληροί τις ποιοτικές ή τεχνικές προδιαγραφές, με αποτέλεσμα μειωμένη απόδοση ή βραχυπρόθεσμη αντοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κρέας είναι σκάρτο, μην το φας.
  • Αγόρασα ένα σκάρτο κινητό που χαλάει στη μέση της ημέρας.
  • Μην τον εμπιστεύεσαι, είναι σκάρτος άνθρωπος.
  • Έκαναν μια σκάρτη δουλειά και τώρα πρέπει να τη διορθώσουμε.
  • Η πρότασή του ήταν σκάρτη και δεν έπεισε την επιτροπή.