πρόκληση
ουσιαστικό1. Πράξη ή ερέθισμα που προκαλεί αντίδραση ή ανταπόκριση, συναισθηματική ή συμπεριφορική, σε άτομο ή ομάδα.
2. Δύσκολο ή απαιτητικό έργο, κατάσταση ή εμπόδιο που απαιτεί προσπάθεια, ικανότητες ή στρατηγική για να αντιμετωπιστεί ή να ξεπεραστεί.
Συνώνυμα
προκλητικότητα δοκιμασία δοκιμή δυσκολία υποκίνηση παρακίνηση κέντρισμα προσβολή εξύβριση πείραγμα διέγερση πυροδότηση ύβρις ερέθισμα ερεθισμός τρολάρισμα τεστ εμπόδιο πρόβλημα αγώνας εξέταση εγχείρημα στοίχημα κίνητρο αίτιο αγών αγώνισμα αμφισβήτηση προτροπή διαγωνισμός νεύρο πειρασμός μονομαχία ενεργοποίηση αιτιότητα αναίδεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νέα θέση εργασίας ήταν μεγάλη πρόκληση για την καριέρα του.
- Η δημόσια δήλωσή του ερμηνεύτηκε ως πρόκληση προς τους αντιπάλους.
- Η έκθεση στη γύρη οδήγησε στην πρόκληση σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης.
- Η πρόκληση ζημιών στο αυτοκίνητο αποδόθηκε στην αμέλεια του οδηγού.
- Ο καθηγητής έδωσε μια απαιτητική άσκηση ως πρόκληση για τους φοιτητές.