προστάτης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή ον που προστατεύει, φροντίζει και υπερασπίζεται κάποιον ή κάτι, παρέχοντας βοήθεια, ασφάλεια ή καθοδήγηση.
Συνώνυμα
προστατευτής κηδεμόνας φύλακας υπερασπιστής προασπιστής συμπαραστάτης αρωγός ευεργέτης χορηγός σπόνσορας παραστάτης στήριγμα συνήγορος συντηρητής σωτήρας φροντιστής αφέντης συνοδός αφεντικό ήρωας άγγελος θεματοφύλακας σωματοφύλακας μπράβος βοηθός στυλοβάτης πατέρας μέντορας υπεύθυνος φρουρός αρχιφύλακας θεός θυρωρός υποστηρικτής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προστάτης φρόντιζε για την ασφάλεια του παιδιού.
- Ο προστάτης του χωριού γιορτάζεται κάθε χρόνο με λιτανεία.
- Ο προστάτης είναι ένας μικρός αδένας που επηρεάζει την ουροποιητική λειτουργία των ανδρών.
- Τον όρισε προστάτη των ανήλικων παιδιών μέχρι να ενηλικιωθούν.
- Ο δήμος λειτουργεί ως προστάτης των τοπικών καλλιτεχνών, παρέχοντας υποτροφίες και χώρους έκθεσης.