προσδιορίζω
ρήμα1. Καθορίζω με ακρίβεια την ταυτότητα, τη φύση, τα χαρακτηριστικά, τα όρια ή την τιμή ενός αντικειμένου, μεγέθους ή έννοιας.
2. Ορίζω σαφώς παραμέτρους, προδιαγραφές ή κριτήρια για τη λειτουργία, τη μέτρηση ή την ταξινόμηση ενός αντικειμένου.
Συνώνυμα
καθορίζω ορίζω συγκεκριμενοποιώ ταυτοποιώ οριοθετώ αποσαφηνίζω διασαφηνίζω εντοπίζω χαρακτηρίζω διαπιστώνω οριστικοποιώ ονοματίζω αναγνωρίζω ξεκαθαρίζω θεσπίζω ανιχνεύω κατονομάζω προβλέπω φράζω καταγράφω περιγράφω αναλύω διατυπώνω επισημαίνω δηλώνω υπολογίζω εκτιμώ αναφέρομαι διαμορφώνω ονομάζω συλλαμβάνω αποτιμώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο εργαστήριο προσδιορίζω τη συγκέντρωση του δείγματος με ακρίβεια.
- Στο συμβόλαιο προσδιορίζω τις ευθύνες και τα δικαιώματα κάθε μέρους.
- Με το GPS προσδιορίζω τη θέση του σκάφους στη θάλασσα.
- Στην εισήγηση προσδιορίζω τα κριτήρια επιλογής των υποψηφίων.
- Στην κλινική εξέταση προσδιορίζω την πηγή του πόνου πριν από τη θεραπεία.
- Στο λεξικό προσδιορίζω το νόημα και τη χρήση των λέξεων.