προσβάλλω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον αίσθημα ταπείνωσης, ντροπής ή οργής με λόγια ή πράξεις που θίγουν την τιμή ή την αξιοπρέπεια του.
2. Προκαλώ σωματική επίθεση ή βλάβη σε πρόσωπο ή αντικείμενο, ενεργώντας με σκοπό την πρόκληση βλάβης ή την εξουδετέρωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σέβω τιμώ επαινώ υπερασπίζομαι αμύνομαι θεραπεύω προστατεύω αποκλείω εμποδίζω ανακουφίζω εγκωμιάζω υποχωρώ αποφεύγω κλειδώνω απολυμαίνω συμφιλιώνω επουλώνω συμπεριφέρομαι φέρνομαι παρηγορώ ωφελώ
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θέλω να προσβάλλω κανέναν με τα σχόλιά μου.
- Τα σχόλιά του προσβάλλουν πολλούς ανθρώπους.
- Ο ιός προσβάλλει κυρίως το αναπνευστικό σύστημα.
- Οι χάκερς προσβάλλουν τα συστήματα για να κλέψουν δεδομένα.
- Δεν επιτρέπεται να προσβάλλονται τα ανθρώπινα δικαιώματα.