πράξη
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή έργο που εκτελείται από άτομο ή ομάδα με σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος.
2. Επίσημο έγγραφο ή καταγραφή που τεκμηριώνει απόφαση, ενέργεια ή διαδικασία διοίκησης, δικαστηρίου ή άλλου φορέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πράξη του ήταν γενναιόδωρη.
- Η πράξη δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ και απέκτησε ισχύ νόμου.
- Πρόσθεση και αφαίρεση είναι βασικές αριθμητικές πράξεις.
- Η τρίτη πράξη του έργου ήταν συγκλονιστική.
- Η μετατροπή της θεωρίας σε πράξη απαιτεί χρόνο.
- Απαιτείται ακόμη μία πράξη για να ολοκληρωθεί η διαδικασία.