πεζός
επίθετο1. Που μετακινείται με τα πόδια ή γίνεται με βάδισμα, αντί για χρήση οχήματος ή μέσου μεταφοράς.
2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φαντασίας ή ιδιαίτερου ύφους, στερούμενο εντυπωσιακών ή πρωτότυπων στοιχείων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ποιητικός όχημα άμαξα τζιπ ιππικό άρμα μηχανάκι τροχοφόρο συρμός τρόλεϊ πρωτότυπος ευφάνταστος ενδιαφέρον εντυπωσιακός εκλεπτυσμένος συναρπαστικός θαυματουργός οδηγός ΙΧ βαν ναύτης αξιόλογος μνημειώδης παραμυθένιος θεαματικός νεωτεριστικός πρωτοποριακός υψηλός επιβάτης ναυτικός καράβι κάρα μοτοσυκλέτα δίκυκλο φαντασμαγορικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πεζός διέσχισε προσεκτικά τον δρόμο.
- Πήγε στη δουλειά πεζός, γιατί είχε καλό καιρό.
- Το σχόλιό του για το βιβλίο ήταν αρκετά πεζό.
- Ο πεζός στρατιώτης περιπολούσε τα σύνορα τη νύχτα.
- Οι πεζοί περίμεναν στο πεζοδρόμιο μέχρι να ανάψει το φανάρι.