ναύτης
ουσιαστικόΠρόσωπο που υπηρετεί ή εργάζεται σε πλοίο, συμμετέχει στη ναυσιπλοΐα, το χειρισμό και τη συντήρηση του σκάφους και εκτελεί τα καθήκοντα που απαιτούνται για τη λειτουργία και την ασφάλειά του, σε εμπορικά ή πολεμικά πλοία.
Συνώνυμα
ναυτικός ναυτεργάτης πεζοναύτης θαλασσοπόρος θαλασσόλυκος στρατιώτης πειρατής κουρσάρος πλοηγός ναύαρχος αξιωματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ναύτης έδεσε τα σχοινιά στο κατάρτι.
- Οι ναύτες εκπαιδεύονται καθημερινά στο πλοίο.
- Η εμπειρία του ως ναύτης τον έκανε ικανό να αντιμετωπίζει τις κακοκαιρίες.
- Σε δύσκολες θαλάσσιες συνθήκες, κάθε ναύτης πρέπει να διατηρεί την ψυχραιμία του.
- Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλοί ναύτες υπηρετούσαν σε πολεμικά πλοία.