νεωτεριστικός

επίθετο

1. Που εισάγει ή εφαρμόζει νέες ιδέες, μεθόδους ή τεχνολογίες αντί των παραδοσιακών.

2. Που επιδιώκει την πρωτοτυπία και την καινοτομία στην προσέγγιση ή το αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νέο λογισμικό είναι πολύ νεωτεριστικός, αλλά θέλει χρόνο για να το συνηθίσουν οι χρήστες.
  • Παρουσίασε μια νεωτεριστική πρόταση για την οργάνωση της τάξης.
  • Οι νεωτεριστικές ιδέες του προκάλεσαν συζήτηση στο συμβούλιο.
  • Το κείμενο υιοθετεί έναν νεωτεριστικό τρόπο γραφής που ξεχωρίζει από τα συνηθισμένα.
  • Η εταιρεία επενδύει σε νεωτεριστικές λύσεις για την παραγωγή ενέργειας.