κάρα
ουσιαστικό1. Μεταφορικό μέσο με τροχούς, συνήθως απλό ή ξύλινο, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά εμπορευμάτων ή ανθρώπων και συχνά έλκεται από ζώα ή τραβιέται από άλλο όχημα.
2. Λαϊκή ή ιδιωματική αναφορά στο κεφάλι ανθρώπου ή ζώου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα κάρα ήταν φορτωμένα με ξύλα.
- Μην χτυπήσεις το κάρα σου στην πόρτα.
- Το κάρα σταμάτησε μπροστά στο πανηγύρι.
- Στην παλιά φωτογραφία φαίνεται ένα παλιό κάρα.
- Καθάρισε το κάρα από τα χόρτα πριν το μετακινήσεις.