παραμυθένιος
επίθετο1. Που ανήκει ή θυμίζει τον κόσμο των παραμυθιών, με στοιχεία φαντασίας, ονειρικότητας ή μαγείας.
2. Που έχει ιδιαίτερα μαγευτική, ιδανική ή εξωπραγματική όψη και δημιουργεί αίσθηση θαυμασμού.
Συνώνυμα
παραμυθώδης ονειρικός μαγικός μαγευτικός ξωτικός εξωπραγματικός φαινομενικός απίστευτος φανταστικός εικονικός παιδικός πανέμορφος φαντασμαγορικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το χωριό έμοιαζε παραμυθένιο μέσα στο χιόνι.
- Η νύφη φορούσε ένα παραμυθένιο φόρεμα.
- Περάσαμε ένα παραμυθένιο Σαββατοκύριακο στο νησί.
- Η διακόσμηση του πάρτι ήταν πραγματικά παραμυθένια.
- Το δάσος είχε μια παραμυθένια ατμόσφαιρα την ώρα του ηλιοβασιλέματος.