ναυτικός
άλλο1. Άτομο που εργάζεται ή υπηρετεί σε πλοίο ή άλλο θαλάσσιο σκάφος, αναλαμβάνοντας καθήκοντα στην πλοήγηση, τη λειτουργία, τη συντήρηση ή την ασφάλεια του σκάφους.
2. Που σχετίζεται με τη ναυτιλία, τη θάλασσα ή τα πλοία.
Συνώνυμα
ναύτης θαλασσοπόρος θαλασσινός θαλάσσιος ναυτιλιακός κυβερνήτης πελαγικός θαλασσόλυκος πλοηγός ναύαρχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ναυτικός επέστρεψε στο σπίτι μετά από έξι μήνες στο πλοίο.
- Οι ναυτικοί συμμετείχαν σε άσκηση έρευνας και διάσωσης.
- Ο ναυτικός νόμος καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πλοιοκτητών.
- Ο ναυτικός χάρτης δείχνει τα βάθη και τα ρεύματα της περιοχής.
- Ο ναυτικός σταθμός του λιμανιού παρέχει υπηρεσίες ανεφοδιασμού.