μοτοσυκλέτα
ουσιαστικό1. Δύοτροχο μηχανοκίνητο όχημα με πλαίσιο, κινητήρα, τιμόνι (τιμόνι/χειριστήρια) και μία ή δύο καθίσματα, προοριζόμενο για τη μεταφορά ενός ή δύο ατόμων σε δρόμους και λοιπές διαδρομές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μοτοσυκλέτα είναι καινούργια και κόκκινη.
- Η μοτοσυκλέτα μου χρειάζεται συντήρηση πριν το ταξίδι.
- Πήγε στη δουλειά με μοτοσυκλέτα για να αποφύγει την κίνηση.
- Ένα αυτοκίνητο παρέσυρε την μοτοσυκλέτα του χθες το βράδυ.
- Οι μοτοσυκλέτες του συλλόγου έκαναν προπόνηση στο βουνό.