παραμέληση
ουσιαστικόΗ κατάσταση ή ενέργεια κατά την οποία κάτι ή κάποιος εγκαταλείπεται στην έλλειψη προσοχής, φροντίδας ή επίβλεψης, με συνέπεια υποβάθμιση, πλημμελή λειτουργία ή αύξηση κινδύνων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
φροντίδα επιμέλεια μέριμνα προσοχή διατήρηση διαχείριση εξυπηρέτηση επιθεώρηση προετοιμασία στοργή φύλαξη έρευνα επιτήρηση πρόνοια αυτοψία αξιολόγηση διερεύνηση προνοητικότητα αγωγή διαφύλαξη εξάσκηση περίθαλψη τήρηση συνέπεια επίβλεψη συντήρηση μελέτη προφύλαξη συμπαράσταση προστασία μέτρο πολιτική καθάρισμα αναγνώριση ευεργεσία σκανάρισμα υπενθύμιση εξερεύνηση επιμόρφωση εύνοια κατάρτιση προσεκτικότητα καλλιέργεια προσέγγιση σημείωμα επένδυση αποτίμηση επιβράβευση
Παραδείγματα χρήσης
- Η παραμέληση των παιδιών από τους γονείς οδήγησε σε καταγγελία.
- Η παραμέληση της συντήρησης προκάλεσε βλάβη στο σύστημα θέρμανσης.
- Η παραμέληση των καθηκόντων του υπαλλήλου είχε αρνητικό αντίκτυπο στην ομάδα.
- Μια παραμέληση της προσωπικής υγείας μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα την ποιότητα ζωής.
- Η παραμέληση των οδηγιών ασφαλείας οδήγησε σε εργατικό ατύχημα.