ορθολογικός
επίθετο1. Που βασίζεται στη λογική και τον ορθό συλλογισμό, αξιολογώντας πρόσωπα, καταστάσεις ή επιχειρήματα με συνεπή και συνεκτικό τρόπο.
Συνώνυμα
λογικός συνετός ψύχραιμος ορθός ορθολογιστικός σκεπτόμενος αντικειμενικός εύλογος μυαλωμένος νοήμων συλλογιστικός αναλυτικός μετρημένος πρακτικός συστηματικός ψυχρός υπεύθυνος σωστός σώφρων ισορροπημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόφαση ήταν ορθολογική και στηρίχθηκε σε διαθέσιμα στοιχεία.
- Πρέπει να εφαρμόσουμε μια ορθολογική κατανομή πόρων για την επόμενη χρονιά.
- Οι ορθολογικοί επενδυτές αξιολογούν προσεκτικά τον κίνδυνο πριν αγοράσουν μετοχές.
- Το σχέδιο της εταιρείας είναι ορθολογικό και μειώνει τις περιττές διαδικασίες.
- Ο αριθμός 3/4 είναι ορθολογικός.
- Σε κρίσιμες στιγμές, είναι σημαντικό να αντιδρούμε ορθολογικά και όχι συναισθηματικά.