ορθολογικός

επίθετο

1. Που βασίζεται στη λογική και τον ορθό συλλογισμό, αξιολογώντας πρόσωπα, καταστάσεις ή επιχειρήματα με συνεπή και συνεκτικό τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόφαση ήταν ορθολογική και στηρίχθηκε σε διαθέσιμα στοιχεία.
  • Πρέπει να εφαρμόσουμε μια ορθολογική κατανομή πόρων για την επόμενη χρονιά.
  • Οι ορθολογικοί επενδυτές αξιολογούν προσεκτικά τον κίνδυνο πριν αγοράσουν μετοχές.
  • Το σχέδιο της εταιρείας είναι ορθολογικό και μειώνει τις περιττές διαδικασίες.
  • Ο αριθμός 3/4 είναι ορθολογικός.
  • Σε κρίσιμες στιγμές, είναι σημαντικό να αντιδρούμε ορθολογικά και όχι συναισθηματικά.