ορίζω
ρήμα1. Καθορίζω τα όρια ή το πεδίο εφαρμογής ενός πράγματος, προσδιορίζοντας τι περιλαμβάνεται ή αποκλείεται.
2. Προσδιορίζω με σαφήνεια τη σημασία ή την έκταση ενός όρου, έννοιας ή λέξης.
Συνώνυμα
καθορίζω προσδιορίζω διορίζω προβλέπω οριοθετώ ονομάζω ονοματίζω θεσπίζω καθιερώνω τοποθετώ συγκεκριμενοποιώ ανακηρύσσω θέτω προγραμματίζω σημαίνω αποφασίζω κανονίζω καθιστώ εγκαθιστώ οριστικοποιώ προνοώ φράζω διατυπώνω δηλώνω χαρακτηρίζω περιορίζω διευθετώ βάζω επιλέγω θεωρώ εννοώ διαλέγω διατάζω εκλέγω υπαγορεύω ρυθμίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη σύσκεψη ορίζω την ώρα της συνάντησης στις τρεις το απόγευμα.
- Με την απόφασή μου ορίζω τον Γιώργο πρόεδρο της επιτροπής.
- Στο σχέδιο του κήπου ορίζω τα όρια με μικρούς πασσάλους.
- Για την υποβολή των αιτήσεων ορίζω προθεσμία έως τις 30 Ιουνίου.
- Στην άσκηση των μαθηματικών ορίζω τη συνάρτηση f(x) = x^2 για όλες τις πραγματικές τιμές του x.