ξεμπλοκάρω
ρήμα1. Αφαιρώ ή εξαλείφω εμπόδιο ή φράγμα που εμποδίζει τη ροή, την κίνηση ή τη λειτουργία κάποιου αντικειμένου, μηχανήματος ή αγωγού.
Συνώνυμα
ξεμπουκώνω ξεβουλώνω ξεμπλέκω ξεκολλάω αποφράζω ξεμπλοκάρομαι απελευθερώνω αποσυμφορώ ξεκλειδώνω ξεπαγώνω αποδεσμεύω αποσυμπλέκω ανοίγω ξεμπερδεύω λύνω αποσυμπιέζω αφαιρώ διευκολύνω αποδεσμεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να ξεμπλοκάρω τον νεροχύτη γιατί το νερό δεν φεύγει.
- Θα ξεμπλοκάρω τον εκτυπωτή πριν τυπώσω το υπόλοιπο υλικό.
- Μου ζήτησε να ξεμπλοκάρω τον φίλο της στο τηλέφωνο για να μιλήσουν ξανά.
- Προσπαθώ να ξεμπλοκάρω τη σκέψη μου για να γράψω το τελευταίο κεφάλαιο.
- Κατάφερα να ξεμπλοκάρω το αυτοκίνητο που είχε κολλήσει στο χιόνι.