ξεμπέρδεμα

ουσιαστικό

1. Δράση ή αποτέλεσμα του να ξεμπερδεύει κανείς κάτι, δηλαδή η διαδικασία κατά την οποία λύνονται, αποσυμπλέκονται ή απομακρύνονται μπερδεμένα στοιχεία, δεσμοί ή εμπόδια ώστε να αποκατασταθεί η τάξη ή η λειτουργία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ξεμπέρδεμα των μαλλιών της μετά την παραλία κράτησε πάνω από μισή ώρα.
  • Το ξεμπέρδεμα του κόμπου στο σχοινί απαιτούσε προσοχή.
  • Έκανα ξεμπέρδεμα στα παλιά χαρτιά και τώρα το γραφείο είναι πιο τακτοποιημένο.
  • Θέλω ένα γρήγορο ξεμπέρδεμα με τους λογαριασμούς πριν λήξει η προθεσμία.
  • Έψαχνε τρόπο για το ξεμπέρδεμα του από τη σχέση, γιατί δεν ήταν πια ευτυχισμένος.