νευρικός
επίθετο1. Που εμφανίζει ανησυχία, εσωτερική ένταση ή ευερεθιστότητα, με τάση για νευρικές αντιδράσεις, ανήσυχες κινήσεις ή ταραχή.
2. Που αναφέρεται στα νεύρα ή στο νευρικό σύστημα, είτε από ανατομική είτε από λειτουργική άποψη.
Συνώνυμα
ανήσυχος αγχωμένος ταραγμένος αναστατωμένος σφιγμένος αγχώδης νευρωτικός εκνευρισμένος ευερέθιστος αμήχανος τρεμάμενος φοβισμένος αγωνιώδης δύστροπος θορυβημένος στρεσαρισμένος υστερικός τεταμένος διαταραγμένος ζαλισμένος σπαστικός ταραχώδης θερμόαιμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φίλος μου ήταν νευρικός πριν την εξέταση.
- Η Μαρία έγινε νευρική όταν άκουσε τα νέα.
- Το σκυλί φαίνεται νευρικό με κάθε δυνατό θόρυβο.
- Η νευρική ατμόσφαιρα στην αίθουσα επηρέασε την απόδοση των μαθητών.
- Οι οδηγοί έγιναν νευρικοί στην πυκνή κίνηση.