κόλλημα
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία δύο επιφάνειες ή ένα αντικείμενο έχουν προσκολληθεί μεταξύ τους λόγω κόλλας, υγρασίας ή άλλης ουσίας, με αποτέλεσμα να μην αποκολλούνται εύκολα.
Συνώνυμα
εμμονή ιδεοληψία κολλήσιμο έρωτας κόλληση συγκόλληση μπλοκάρισμα πάγωμα κρέμασμα κολλημάρα μανία πάθος εξάρτηση εθισμός ψύχωση προσκόλληση ερωτομανία πρόσφυση εμπλοκή αγκάθι ακινητοποίηση κώλυμα φραγή εμπόδιο δυσλειτουργία πρόσκομμα συμφόρηση βλάβη τρέλα φετίχ λατρεία αδυναμία δυσχέρεια εγκλωβισμός επιβράδυνση ζητούμενο παρεμπόδιση ροπή θέμα καθυστέρηση ανησυχία ενόχληση δυσκολία έλξη αδιαλλαξία αρρώστια εκκρεμότητα εμπόδιση λοίμωξη παράλυση παρακώλυση προσάρτηση σκόπελος σταμάτημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχει κόλλημα με την καθαριότητα και πλένει τα χέρια του συνέχεια.
- Νομίζω πως έχεις κόλλημα με εκείνη — μιλάς συνέχεια για εκείνη.
- Ο υπολογιστής παρουσίασε κόλλημα και αναγκάστηκα να τον επανεκκινήσω.
- Υπήρξε κόλλημα στη διαδικασία έκδοσης της άδειας και καθυστέρησε όλο το έργο.
- Έπαθα κόλλημα όταν με ρώτησε ο καθηγητής και δεν ήξερα τι να απαντήσω.