κοροϊδία
ουσιαστικόΠράξη ή συμπεριφορά κατά την οποία κάποιος ειρωνεύεται, υποτιμά ή απαξιώνει άλλον με λόγια ή πράξεις, με σκοπό τον εξευτελισμό, τον χλευασμό ή την εξαπάτηση εις βάρος του.
Συνώνυμα
εμπαιγμός χλευασμός γελοιοποίηση διακωμώδηση ξεγέλασμα παραπλάνηση εξευτελισμός διασυρμός σάτιρα πείραγμα σαρκασμός ειρωνεία τρολάρισμα απάτη ψευτιά δόλος εξαπάτηση κομπίνα ψέμα φάρσα ξεφτίλισμα γελοιοσύνη πλάκα υποτίμηση παρενόχληση ανεντιμότητα δολιότητα χαβαλές κράξιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά τους προς τους υπαλλήλους ήταν καθαρή κοροϊδία.
- Μην κάνεις κοροϊδία με το καινούργιο μου σχέδιο — είναι σοβαρό.
- Μετά από τόσες υποσχέσεις, όλα αυτά μοιάζουν με κοροϊδία.
- Η τιμή που πληρώσαμε για το προϊόν ήταν απλώς κοροϊδία.
- Ένιωσα ότι η επιτροπή έκανε κοροϊδία στη διαδικασία επιλογής.