καταρρέω
ρήμα1. Χάνω αιφνιδίως τη δομική στήριξη ή τη συνοχή μου και πέφτω ή διαλύομαι ως κατασκευή ή τμήμα κατασκευής.
2. Διακόπτεται βίαια και μαζικά η ομαλή λειτουργία ενός συστήματος, οργανισμού ή διαδικασίας λόγω υπερφόρτωσης, βλαβών ή κρίσης.
Συνώνυμα
γκρεμίζομαι διαλύομαι συντρίβομαι κατακρημνίζομαι καταστρέφομαι πέφτω υποχωρώ αποδυναμώνομαι γονατίζω κατρακυλάω λιποθυμώ βυθίζομαι καταποντίζομαι παραλύω τσακίζομαι κολλάω μπατάρω αποσυντίθεμαι αποτυγχάνω σκαλώνω βουλιάζω λυγίζω κατεβαίνω ακινητοποιούμαι μπλοκάρομαι παρακμάζω διαρρέω
Αντώνυμα
ανακάμπτω αναρρώνω στέκομαι συνέρχομαι ανορθώνομαι επανακάμπτω αντέχω σταθεροποιούμαι επανέρχομαι κρατιέμαι αναστηλώνομαι αναζωογονιέμαι αναπτύσσομαι ανταπεξέρχομαι διαμορφώνομαι αντεπεξέρχομαι απογειώνομαι βελτιώνομαι ενισχύομαι ανυψώνομαι επιβιώνω σηκώνω μαζεύομαι εξελίσσομαι επιτυγχάνω συγκροτούμαι υψώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλιό κτίριο καταρρέει μέσα σε λίγα λεπτά μετά την κατολίσθηση.
- Με τη ζέστη και την εξάντληση, ξαφνικά καταρρέω στην κουζίνα.
- Μετά την κρίση, η οικονομία της χώρας καταρρέει και οι τράπεζες κλείνουν.
- Ακούγοντας τα άσχημα νέα, νιώθω ότι καταρρέω.
- Στο δεύτερο ημίχρονο, η ομάδα ξαφνικά καταρρέει και χάνει με μεγάλο σκορ.