επιείκεια
ουσιαστικόΣτάση ή ιδιότητα του να αντιμετωπίζει κανείς άλλους με μετριοπάθεια στην κριτική και την τιμωρία, επιδιώκοντας τον μετριασμό της αυστηρότητας και λαμβάνοντας υπόψη περιστάσεις, αδυναμίες ή ελαφρυντικά.
Συνώνυμα
ελαστικότητα ανεκτικότητα συγχωρητικότητα συγχώρηση ευσπλαχνία συμπόνια μεγαλοψυχία ανοχή συγχώρεση δικαιοσύνη κατανόηση άφεση διαλλακτικότητα ηπιότητα οίκτος οικτιρμός συμπάθεια καλοσύνη συγκατάβαση χαλαρότητα ανθρωπιά χάρη ευκολία χαλάρωση ευγένεια ευμένεια μετριοπάθεια υποχωρητικότητα
Αντώνυμα
αυστηρότητα σκληρότητα αμείλικτητα αδιαλλαξία ανελέησία αγριότητα βαναυσότητα ωμότητα ακαμψία ανηλεότητα απανθρωπιά βαρβαρότητα τιμωρία μοχθηρία μήνυση θρασύτητα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δικαστής επέδειξε επιείκεια στην απόφασή του λόγω της νεαρής ηλικίας του.
- Η καθηγήτρια έδειξε επιείκεια και επέτρεψε στον μαθητή να υποβάλει την εργασία του αργότερα.
- Τον αντιμετώπισε με επιείκεια, κατανοώντας τις δυσκολίες του.
- Η επιείκεια θεωρείται αρετή στη διαχείριση συγκρούσεων.
- Ζήτησαν επιείκεια από τις αρχές για τους κρατούμενους λόγω της πανδημίας.