επίλυση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα με το οποίο ένα πρόβλημα, ζήτημα ή αδιέξοδο ξεπερνιέται και καθίσταται σαφές, εφαρμόσιμο ή αποδεκτό αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επίλυση του προβλήματος απαιτεί χρόνο και υπομονή.
  • Η επίλυση της διαφοράς επιτεύχθηκε μέσω διαμεσολάβησης.
  • Η επίλυση της εξίσωσης απαιτεί αντικατάσταση των μεταβλητών.
  • Η επίλυση του σφάλματος στο λογισμικό διήρκεσε ώρες.
  • Η επίλυση της υπόθεσης από το δικαστήριο δημιούργησε νομικό προηγούμενο.
  • Η επίλυση του αινίγματος ικανοποίησε όλη την παρέα.