γρίφος
ουσιαστικό1. Ερώτηση ή σύντομη αφήγηση με κρυφό ή διπλό νόημα που τίθεται για να δοκιμάσει την ευστοχία, τη λογική ή την ευφυΐα αυτού που καλείται να απαντήσει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γρίφος της Σφίγγας βασάνιζε τους κατοίκους της Θήβας.
- Έλυσε τον γρίφο μέσα σε λίγα λεπτά.
- Η εξαφάνιση των αρχείων παραμένει ένας γρίφος για τους ερευνητές.
- Οι γρίφοι του παιχνιδιού δυσκόλεψαν τα παιδιά.
- Η συμπεριφορά του νέου συναδέλφου είναι ένας γρίφος που προσπαθούμε να καταλάβουμε.
- Στο βιβλίο, ο συγγραφέας αφήνει έναν αναπάντητο γρίφο στο τέλος.