εντυπωσιακός
επίθετοΠου προκαλεί έντονη εντύπωση ή θαυμασμό λόγω εμφάνισης, μεγέθους, ικανότητας ή αποτελέσματος.
Συνώνυμα
εκπληκτικός εκθαμβωτικός θεαματικός φαντασμαγορικός καταπληκτικός επιβλητικός αξιοθαύμαστος συγκλονιστικός συναρπαστικός υπέροχος εξαιρετικός λαμπερός λαμπρός εξωπραγματικός φοβερός τούμπανος τυφλωτικός απίστευτος φανταστικός απίθανος σαγηνευτικός σούπερ ωραίος θαυμάσιος θαυμαστός θεσπέσιος κουλ αξιοσημείωτος γαμάτος ενδιαφέρων επιδεικτικός μεγαλειώδης πληθωρικός συνταρακτικός φανταχτερός θεατρικός προκλητικός χλιδάτος εκρηκτικός όμορφος μαγνητικός διαστημικός ανεπανάληπτος αστραφτερός δραματικός εξαίρετος επιφανής μαγευτικός πανέμορφος αξιόλογος ηχηρός καθηλωτικός μνημειώδης μοδάτος χαρισματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φόρεμα ήταν εντυπωσιακό και τράβηξε όλα τα βλέμματα.
- Η ηθοποιός έκανε εντυπωσιακή ερμηνεία στη σκηνή.
- Το νέο γυάλινο κτίριο είναι εντυπωσιακό από μακριά.
- Οι φωτισμοί στην έκθεση δημιούργησαν εντυπωσιακές αντανακλάσεις.
- Το αποτέλεσμα των πειραμάτων ήταν εντυπωσιακό και προκάλεσε συζήτηση.