εκτελώ
ρήμα1. Εκτελώ μια ενέργεια ή σειρά ενεργειών για την ολοκλήρωση μιας εργασίας, εντολής ή υποχρέωσης.
2. Θέτω σε εφαρμογή ένα σχέδιο, διάταξη ή απόφαση ώστε να υλοποιηθούν τα προβλεπόμενα μέτρα.
Συνώνυμα
θανατώνω διεκπεραιώνω επιτελώ εκπληρώνω πραγματοποιώ υλοποιώ εφαρμόζω διενεργώ διεξάγω ολοκληρώνω ερμηνεύω διαπράττω σκοτώνω αναπαράγω αποδίδω επιχειρώ προβαίνω σφάζω πυροβολώ δρω κρεμάω σφαγιάζω πράττω τρέχω παίζω κάνω ακολουθώ ενεργοποιώ τελειώνω εξυπηρετώ δολοφονώ υπακούω διευθετώ ενεργώ εξολοθρεύω επιτυγχάνω συντελώ φέρω λειτουργώ διευθύνω εκκαθαρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εκτελώ τις εντολές του προπονητή πιστά.
- Στη συναυλία εκτελώ ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια.
- Στον υπολογιστή εκτελώ ένα πρόγραμμα για ανάλυση δεδομένων.
- Κάθε πρωί εκτελώ εργασίες συντήρησης στο μηχάνημα.
- Ως οδηγός λεωφορείου, εκτελώ το τελευταίο δρομολόγιο της ημέρας.