εκνευρισμένος
επίθετοΠου αισθάνεται έντονη ενόχληση ή δυσφορία, συνοδευόμενη από αυξημένη ευερεθιστότητα και τάση για εριστική ή σπασμωδική αντίδραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος ήταν εκνευρισμένος επειδή καθυστέρησε το λεωφορείο.
- Η Μαρία έμεινε εκνευρισμένη από τα πολλά τηλεφωνήματα στη δουλειά.
- Τα παιδιά ήταν εκνευρισμένα επειδή σταμάτησε το παιχνίδι.
- Είμαι εκνευρισμένος μαζί σου επειδή δεν τήρησες τη συμφωνία.
- Οι συνάδελφοί μου φάνηκαν εκνευρισμένοι μετά τη μακρά και μονότονη συνεδρία.