ικανοποιημένος
επίθετο1. Που έχει αισθανθεί ικανοποίηση λόγω της εκπλήρωσης μιας επιθυμίας, ανάγκης ή προσδοκίας.
2. Που θεωρείται ότι καλύπτει επαρκώς τις προϋποθέσεις, τις προδιαγραφές ή τις προσδοκίες για έναν σκοπό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα της εργασίας μου.
- Η Μαρία έμεινε ικανοποιημένη από την εξυπηρέτηση του ξενοδοχείου.
- Οι πελάτες ήταν ικανοποιημένοι και άφησαν θετικά σχόλια.
- Το τελικό δείγμα με άφησε ικανοποιημένο, αλλά χρειάζονται ακόμα βελτιώσεις.
- Δεν έμεινα ικανοποιημένος από τις εξηγήσεις που πήρα.