εκκένωση
ουσιαστικό1. Απομάκρυνση ή μεταφορά προσώπων ή ζώων από χώρο ή περιοχή, συνήθως για λόγους ασφαλείας, έκτακτης ανάγκης ή οργανωμένου σχεδίου.
2. Άδειασμα χώρου, δοχείου ή αγωγού από αντικείμενα, υλικά ή ρευστά με σκοπό τον κενισμό ή τον καθαρισμό.
Συνώνυμα
κένωση άδειασμα αποστράγγιση εκφόρτωση ξεφόρτωμα εκφόρτιση απομάκρυνση αποχώρηση παροχέτευση εγκατάλειψη έξοδος εκκαθάριση αποσυμφόρηση αναχώρηση ηλεκτρισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκκένωση του κτιρίου έγινε άμεσα λόγω πυρκαγιάς.
- Η εκκένωση των πληγέντων οργανώθηκε από τις αρχές.
- Η εκκένωση του δοχείου πρέπει να γίνεται με προσοχή.
- Ο γιατρός σημείωσε παθολογική εκκένωση και συνέστησε εξετάσεις.
- Η στατική εκκένωση προκάλεσε βλάβη στον υπολογιστή.
- Η εκκένωση των στρατιωτικών δυνάμεων ολοκληρώθηκε κατά τη νύχτα.