δυσάρεστος
επίθετο1. Που προκαλεί δυσφορία, ενόχληση ή γενική αρνητική αντίδραση σε άτομο.
2. Που δημιουργεί άβολη ή παρεξηγήσιμη ατμόσφαιρα λόγω συμπεριφοράς, λόγων ή περιστάσεων.
3. Που δεν προσφέρει ευχαρίστηση ή ικανοποίηση στον αποδέκτη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ήχος από το μηχάνημα ήταν δυσάρεστος και με ενοχλούσε.
- Η δυσάρεστη είδηση για την ακύρωση του ταξιδιού μας σκόρπισε απογοήτευση.
- Το άρωμα στο δωμάτιο ήταν δυσάρεστο και άνοιξα το παράθυρο.
- Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν δυσάρεστες, γεγονός που έκανε τον ομιλητή να νιώσει άβολα.
- Κάποιοι συνομιλητές ήταν δυσάρεστοι, γι' αυτό σταμάτησα τη συζήτηση.