δουλειά
ουσιαστικό1. Σύνολο καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που αναλαμβάνει ένα άτομο σε ένα επαγγελματικό ή οργανωτικό πλαίσιο, συχνά με αντάλλαγμα χρηματική αμοιβή.
2. Συγκεκριμένο έργο ή καθήκον που πρέπει να εκτελεστεί, προσωρινής ή περιορισμένης έκτασης.
Συνώνυμα
εργασία απασχόληση δουλίτσα βιοπορισμός ενασχόληση επάγγελμα θέση πόστο μεροκάματο βάρδια έργο υπηρεσία μπίζνα τζόμπ ασχολία γραφείο κόπος δραστηριότητα καθήκον καριέρα εμπορία μόχθος ανάθεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δουλειά μου είναι απαιτητική αλλά ενδιαφέρουσα.
- Έχω πολλή δουλειά σήμερα και δεν προλαβαίνω.
- Πρέπει να τελειώσω αυτή τη δουλειά πριν φύγω.
- Πηγαίνω στη δουλειά κάθε πρωί στις οκτώ.
- Έκανε πολύ καλή δουλειά στην παρουσίαση.