διεκπεραιώνω
ρήμα1. Εκτελώ τις απαραίτητες ενέργειες και διαδικασίες ώστε μια εργασία, υπόθεση ή αίτημα να προχωρήσει και να λάβει τυπική διευθέτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί διεκπεραιώνω τα εισερχόμενα μηνύματα και τα αιτήματα των πελατών.
- Στην εργασία μου διεκπεραιώνω όλες τις αναθέσεις πριν από την προθεσμία.
- Ως βοηθός της διευθύντριας, διεκπεραιώνω τις υποθέσεις που δεν μπορούν να περιμένουν.
- Στο τμήμα εξυπηρέτησης πολιτών διεκπεραιώνω τις αιτήσεις για την έκδοση εγγράφων.
- Στη μεταφορική εταιρεία διεκπεραιώνω τις παραγγελίες και φροντίζω για την αποστολή τους.