διανομή
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της διανομής, δηλαδή η παροχή ή παράδοση αγαθών, υπηρεσιών ή πληροφοριών σε πρόσωπα, ομάδες ή σημεία προορισμού σύμφωνα με συγκεκριμένο σχέδιο ή ανάγκη.
Συνώνυμα
κατανομή διαμοιρασμός μοίρασμα μοιρασιά διάθεση παράδοση διάδοση διασπορά απονομή χορήγηση παροχή διαμερισμός αποστολή κυκλοφορία διακίνηση μέρισμα εκχώρηση μοίρα ταχυδρόμηση προσφορά απόδοση μεταφορά έκδοση μετάδοση απελευθέρωση δημοσιοποίηση διαβίβαση εμπορία επίδοση προμήθεια ανάθεση διάχυση κοινοποίηση εφοδιασμός
Αντώνυμα
συγκέντρωση κεντροποίηση συλλογή συσσώρευση συγκράτηση παρακράτηση αποθήκευση απορρόφηση περιορισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η διανομή των προμηθειών έγινε έγκαιρα σε όλα τα καταστήματα.
- Η εθελοντική ομάδα οργάνωσε τη διανομή φυλλαδίων στην είσοδο του πανεπιστημίου.
- Η διανομή των ρόλων στο έργο ανακοινώθηκε χθες.
- Εγκατέστησα μια νέα διανομή Linux στον υπολογιστή μου.
- Η διανομή του εισοδήματος επηρεάζει την κοινωνική ανισότητα.