βαρετός

επίθετο

1. Που προκαλεί αίσθημα ανίας ή έλλειψη ενδιαφέροντος, καθιστώντας δύσκολη τη διατήρηση της προσοχής.

2. Που παρουσιάζεται με επαναλαμβανόμενη μονοτονία και έλλειψη αξιοσημείωτων διαφορών, προκαλώντας ψυχική κούραση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο βαρετός καθηγητής μίλησε χωρίς πάθος.
  • Η βαρετή ταινία μας άφησε νυσταγμένους.
  • Η έκθεση ήταν βαρετή και χρειαζόταν ώρες για να ολοκληρωθεί.
  • Οι συζητήσεις στο meeting έγιναν βαρετές και μονότονες.
  • Το διαμέρισμα έχει έναν βαρετό διάκοσμο χωρίς χρώματα.
  • Το χειμωνιάτικο τοπίο ήταν βαρετό μετά από μέρες ομίχλης.