βέβαιος
επίθετο1. Που δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ή αμφισβήτησης ως προς την αλήθεια, την ύπαρξη ή την έκβαση ενός γεγονότος.
Συνώνυμα
σίγουρος βεβαιωμένος θετικός πεπεισμένος διαβεβαιωμένος επιβεβαιωμένος εγγυημένος εξασφαλισμένος δεδομένος βεβαιότατος αναμφίβολος αδιαμφισβήτητος ασφαλής ακλόνητος αυτοπεποίθητος σταθερό αναντίρρητος αδιάψευστος αδιάσειστος αποδεδειγμένος πασίδηλος σταθερός αναμενόμενος αξιόπιστος δεσμευτικός
Αντώνυμα
αβέβαιος αμφίβολος μπερδεμένος απορημένος σαστισμένος άπορος αμφιταλαντευόμενος επισφαλής συγχυσμένος σκεπτικός αναποφάσιστος ανασφαλής επιφυλακτικός αναξιόπιστος άδηλος αμήχανος ανακριβής απροσδιόριστος αδιευκρίνιστος προβληματισμένος στοχαστικός υποθετικός αμφισβητήσιμος αμφίσημος ασάφης απρόβλεπτος ασταθής διστακτικός έκπληκτος ασαφής αποπροσανατολισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι βέβαιος ότι θα πετύχεις στις εξετάσεις.
- Να είσαι βέβαιος πως θα σε βοηθήσω αν χρειαστείς.
- Αυτός είναι ο βέβαιος τρόπος για να λύσεις το πρόβλημα.
- Η μητέρα ήταν βέβαιη για την ασφάλεια του παιδιού.
- Είμαστε βέβαιοι ότι όλα θα πάνε καλά.