αποφυγή
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή πρακτική του να αποφεύγει κανείς κάτι — το να απομακρύνεται ή να αποτρέπει την επαφή, την ανάμειξη ή την εμπλοκή με πρόσωπα, καταστάσεις, πράγματα ή ενέργειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αντιμετώπιση επιδίωξη αντίκρουση προσέγγιση αποδοχή εμπλοκή σύγκρουση επίλυση αντιπαράθεση επιθεώρηση σαγήνη κυνήγι γνωριμία πειρασμός άγγιγμα απόπειρα εξερεύνηση συμμετοχή συνάντηση ανταλλαγή επέμβαση παγίδευση παρέμβαση υιοθέτηση χειρισμός στόχος χτύπημα παγίδα σύμπτωση αποστολή ευθεία αξιολόγηση προσκύνημα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποφυγή των συγκρούσεων με συζήτηση βοηθά τις σχέσεις.
- Έλαβε μέτρα για την αποφυγή ατυχημάτων στον χώρο εργασίας.
- Η αποφυγή μεγάλων δαπανών φέτος είναι απαραίτητη.
- Για την αποφυγή παρεξηγήσεων, έστειλε λεπτομερείς οδηγίες.
- Η αποφυγή της φορολογίας μπορεί να έχει νομικές συνέπειες.