αποφασιστικός
επίθετο1. Που παίρνει αποφάσεις γρήγορα και με βεβαιότητα, χωρίς δισταγμό, και ενεργεί με σταθερή βούληση για την υλοποίησή τους.
2. Που καθορίζει ή κρίνει το αποτέλεσμα μιας κατάστασης ή αντιπαράθεσης, οδηγώντας σε τελικό αποτέλεσμα ή αλλαγή πορείας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αναποφάσιστος διστακτικός παθητικός συγχυσμένος αβέβαιος επιφυλακτικός αναβλητικός αμελητέος απορημένος μαλθακός σαστισμένος υποχωρητικός μπερδεμένος δειλόψυχος πελαγωμένος προβληματισμένος σκεπτικός αμφίθυμος αμφιταλαντευόμενος ανασφαλής φοβισμένος αναποφασιστικός αμφίβολος αποσβολωμένος φοβητσιάρης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αρχηγός ήταν αποφασιστικός και οδήγησε την ομάδα στη νίκη.
- Η διευθύντρια ήταν αποφασιστική στην απόφασή της για τις προσλήψεις.
- Η τελική δοκιμή ήταν το αποφασιστικό στοιχείο για την αποδοχή του προϊόντος.
- Η νίκη ήρθε χάρη σε μια αποφασιστική επέμβαση του προπονητή.
- Αντέδρασε αποφασιστικά όταν προέκυψε το πρόβλημα.