απεχθάνομαι

ρήμα

Να νιώθω και να εκδηλώνω ισχυρή αρνητική συναισθηματική αντίδραση, που ωθεί στο να αποφεύγω, απορρίπτω ή απομακρύνομαι από κάποιο πρόσωπο, αντικείμενο, πράξη ή ιδέα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ απεχθάνομαι το ψέμα και την υποκρισία.
  • Πραγματικά απεχθάνομαι να περιμένω σε ουρές.
  • Στη δουλειά απεχθάνομαι όταν οι άλλοι παίρνουν την αναγνώριση για τη δουλειά μου.
  • Από πάντα απεχθάνομαι το συκώτι και τη γεύση του.
  • Όταν βλέπω αδικία, απεχθάνομαι την αδιαφορία των άλλων.