αντιτάσσομαι
ρήμα1. Εκδηλώνω αντίθεση ή παίρνω θέση εναντίον μιας πρότασης, απόφασης, ιδέας ή πράξης, προσπαθώντας να την σταματήσω ή να την αποτρέψω.
2. Αντιστέκομαι ενεργητικά ή παθητικά σε προσπάθεια επιβολής, πίεσης ή επίθεσης, με σκοπό να μην υποχωρήσω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πάντα αντιτάσσομαι στην αδικία, ακόμα κι όταν είναι δημοφιλής άποψη.
- Ως μέλος του συμβουλίου, αντιτάσσομαι στην υιοθέτηση του νέου κανονισμού.
- Στην ομάδα εργασίας, αντιτάσσομαι στην ιδέα να αγνοήσουμε τα δεδομένα.
- Όταν με εξαναγκάζουν να κάνω κάτι που θεωρώ λάθος, αντιτάσσομαι με κάθε τρόπο.
- Νομικά, αντιτάσσομαι στην εκτέλεση της απόφασης και ετοιμάζω ένσταση.