αντίσταση

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή μέτρο της ικανότητας ενός υλικού ή σώματος να αντιστέκεται σε εξωτερική δύναμη, φορτίο ή φθορά, περιορίζοντας τη μετατόπιση ή την παραμόρφωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αντίσταση του ηλεκτρικού καλωδίου μετρήθηκε σε 10 Ω.
  • Οι κάτοικοι έδειξαν αντίσταση στην ανέγερση του εργοστασίου.
  • Στη διάρκεια του πολέμου, η αντίσταση οργάνωσε δολιοφθορές κατά των κατακτητών.
  • Η αντίσταση των βακτηρίων στα αντιβιοτικά ανησυχεί τους γιατρούς.
  • Για πιο έντονη προπόνηση, αυξήσαμε την αντίσταση στο στατικό ποδήλατο.