ανεξαρτησία
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία άτομο, ομάδα ή οντότητα έχει τη δυνατότητα να παίρνει αποφάσεις και να ενεργεί χωρίς εξωτερική επιβολή ή υποταγή.
Συνώνυμα
αυτονομία αυτοτέλεια αυτοδιάθεση κυριαρχία ελευθερία αντικειμενικότητα λευτεριά απελευθέρωση χειραφέτηση αυτοδυναμία αυτοκυριαρχία αυτάρκεια απεξάρτηση αμεροληψία ελευθέρωση
Αντώνυμα
εξάρτηση υποταγή υποτέλεια δουλεία εξαρτησιμότητα αναγκασμός σκλαβιά συσχέτιση οδηγία εποπτεία δέσμευση αρχηγία δεσποτεία επιρροή ζυγός ηγεμονία καθοδήγηση καταπίεση ομοσπονδία συνασπισμός φατρία δεσμός αλυσίδα επιτήρηση δεσμά εξαναγκασμός καθήλωση καταναγκασμός ομαδικότητα ομηρία υποδούλωση αλληλεπίδραση επίβλεψη συνάφεια συντεχνία υποχρέωση σύγκριση αιχμαλωσία μεροληψία αυταρχισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανεξαρτησία της χώρας εορτάζεται κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου.
- Η οικονομική ανεξαρτησία του νέου ζευγαριού τους έδωσε αυτοπεποίθηση.
- Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι θεμέλιος λίθος της δημοκρατίας.
- Για αξιόπιστα αποτελέσματα απαιτείται ανεξαρτησία των ερευνητικών ομάδων από πολιτικές πιέσεις.
- Η ανεξαρτησία στην καθημερινή ζωή σημαίνει να παίρνεις αποφάσεις χωρίς εξαρτήσεις.