αναποφασιστικότητα
ουσιαστικόΚατάσταση ή τάση ενός ατόμου να διστάζει ή να αδυνατεί να λάβει αποφάσεις εγκαίρως, εξαιτίας αμφιβολίας, ανησυχίας ή έλλειψης βεβαιότητας, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση ή αναβολή επιλογών και ενεργειών.
Συνώνυμα
δισταγμός διστακτικότητα αμφιταλάντευση αναποφασία ταλάντευση αναβλητικότητα αβεβαιότητα επιφυλακτικότητα αβουλία αμφιβολία ασάφεια ανασφάλεια αμφισημία αμηχανία κολλήμα απροθυμία αστάθεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναποφασιστικότητα του Γιώργου στοίχισε την ευκαιρία για υποτροφία.
- Η αναποφασιστικότητα της διοίκησης καθυστέρησε την υλοποίηση του σχεδίου.
- Στη σχέση τους, η αναποφασιστικότητα απέτρεπε κάθε σαφή συζήτηση για το μέλλον.
- Παρατηρούσα την αναποφασιστικότητα του φίλου μου κάθε φορά που έπρεπε να διαλέξει καριέρα.
- Η αναποφασιστικότητα στον δημόσιο λόγο της κυβέρνησης ενίσχυσε την αβεβαιότητα των πολιτών.