ανακοινώνω
ρήμα1. Κάνω γνωστό κάτι σε άλλους με προφορικό, γραπτό ή άλλο τρόπο.
2. Προβαίνω σε δημόσια ή επίσημη δήλωση για γεγονότα, αποφάσεις ή αποτελέσματα.
3. Ενημερώνω επίσημα για την έναρξη, την ολοκλήρωση ή την αλλαγή σε διαδικασίες, εκδηλώσεις ή καταστάσεις.
Συνώνυμα
αναγγέλλω δημοσιοποιώ γνωστοποιώ κοινοποιώ απαγγέλλω κηρύσσω πληροφορώ ενημερώνω δηλώνω αποκαλύπτω δημοσιεύω αναφέρω φανερώνω διακηρύσσω αναφέρομαι διηγούμαι εκθέτω λέγω μεταδίδω σχολιάζω γνωρίζω ισχυρίζομαι παρουσιάζω ειδοποιώ μιλάω διαδίδω διαλαλώ κατατοπίζω κατονομάζω προφέρω λέω αναρτώ εκδίδω εκφωνώ προαναγγέλλω διαβιβάζω καταγγέλλω ομιλώ παραθέτω περιγράφω προβάλλω μιλώ μοιράζομαι αναγράφω ανακηρύσσω διαφημίζω εκφράζομαι ξεστομίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνέντευξη Τύπου, ανακοινώνω τα αποτελέσματα της έρευνας.
- Με λύπη ανακοινώνω την ακύρωση της εκδήλωσης.
- Κάθε Δευτέρα ανακοινώνω το πρόγραμμα των μαθημάτων στην τάξη.
- Σήμερα ανακοινώνω την υποψηφιότητά μου για το δημοτικό συμβούλιο.
- Σαν εκπρόσωπος της εταιρείας, ανακοινώνω τα οικονομικά αποτελέσματα στους μετόχους.