αγωνία
ουσιαστικό1. Ψυχική κατάσταση έντονης ανησυχίας και βασανιστικής αναστάτωσης λόγω αβεβαιότητας σχετικά με την έκβαση ενός γεγονότος.
Συνώνυμα
άγχος ανησυχία αδημονία προσμονή ανυπομονησία αναμονή ανασφάλεια ταραχή σφίξιμο φόβος πανικός καρδιοχτύπι βάσανο καημός λαχτάρα οδύνη άλγος έγνοια σπαραγμός εκνευρισμός τρόμος πόνος ένταση απελπισία βασανισμός δυσφορία μαρτύριο νευρικότητα στεναχώρια στρες φρίκη συναίσθημα πυρετός αίσθημα σοκ υστερία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωθε μεγάλη αγωνία πριν το ραντεβού με τον γιατρό.
- Η αγωνία για τα αποτελέσματα των εξετάσεων κράτησε μέρες.
- Η αγωνία του παιδιού την παραμονή των γενεθλίων του ήταν εμφανής.
- Η αγωνία του τραυματία ήταν τόσο έντονη που έκλαιγε.
- Κάθισαν μπροστά στην οθόνη με αγωνία μέχρι να τελειώσει το τελευταίο επεισόδιο.