υπομονή

ουσιαστικό

1. Ικανότητα να αντέχει κανείς με ψυχραιμία και χωρίς έντονη δυσφορία την αναμονή, τις καθυστερήσεις ή μικρές ενοχλήσεις.

2. Ικανότητα να υφίσταται σωματική ή ψυχική δοκιμασία, πόνο ή δυσκολίες χωρίς παράπονο ή βιαστική αντίδραση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υπομονή είναι αρετή.
  • Χρειάζομαι λίγη υπομονή μέχρι να έρθει η σειρά μου.
  • Κάνε λίγη υπομονή και όλα θα τακτοποιηθούν.
  • Έδειξε μεγάλη υπομονή όταν εξηγούσε τα βήματα στον νεαρό μαθητή.
  • Έχει υπομονή με τα παιδιά και τα ακούει προσεκτικά.
  • Με λίγη υπομονή, το τραύμα θα επουλωθεί.