άγχος
ουσιαστικό1. Συναισθηματική και ψυχική κατάσταση έντασης και προνοητικής δυσφορίας που προκαλείται από την αντίληψη απειλής, αβεβαιότητας ή απαιτήσεων και εκδηλώνεται με εσωτερική αναστάτωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άγχος μου έχει αυξηθεί τελευταία.
- Ένιωσα πολύ άγχος πριν από την εξέταση.
- Το άγχος του προκαλεί ταχυπαλμία και ιδρώτα.
- Χωρίς άγχος μπορώ να συγκεντρωθώ καλύτερα στη δουλειά.
- Το άγχος για το μέλλον τον κάνει να αποφεύγει τα ρίσκα.