πάντα
επίρρημα1. Σε κάθε στιγμή ή συνεχώς, χωρίς διακοπή.
2. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως συνθηκών.
3. Καθ' όλη τη διάρκεια ενός χρονικού διαστήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η Μαρία πάντα πίνει καφέ το πρωί.
- Το βιβλίο είναι πάντα στο γραφείο μου.
- Σε αγαπώ πάντα.
- Το νερό πάντα βρίσκει το δρόμο του.
- Ακόμα κι αν αποτύχεις, πάντα μαθαίνεις κάτι.