πριν

επίρρημα

1. Ένδειξη χρόνου που δηλώνει ότι ένα γεγονός ή κατάσταση προηγείται χρονικά από άλλο γεγονός ή συγκεκριμένη στιγμή.

2. Μόριο που εισάγει υποτακτική πρόταση ή φράση και δηλώνει προγενέστερη χρονική σχέση σε σχέση με τη δράση της κύριας πρότασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πριν φύγω, έκλεισα όλα τα παράθυρα.
  • Θα σε καλέσω πριν έρθω στο σπίτι.
  • Ήταν εκεί πριν από όλους στη συνάντηση.
  • Μάθαμε τα νέα πριν το μεσημέρι.
  • Η παράσταση σταμάτησε πριν τελειώσει.