έπειτα
επίρρημα1. Σε μεταγενέστερο χρόνο ή σε επόμενη θέση σε αλληλουχία γεγονότων, δηλώνοντας ότι κάτι συμβαίνει ή τοποθετείται μετά από κάτι άλλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγαμε στο μουσείο και έπειτα ήπιαμε έναν καφέ.
- Έπειτα, χρειάστηκε να ζητήσουμε βοήθεια από έναν ειδικό.
- Από εκείνη τη μέρα έπειτα, δεν του μιλούσε καθόλου.
- Δεν έχω χρόνο τώρα και, έπειτα, δεν είναι δική μου ευθύνη.
- Θα περάσω πρώτα από το γραφείο και έπειτα θα έρθω στο σπίτι.